Πατερικές Διδαχές







Σκεφτείτε τον χρόνο που αφιερώνετε στον Θεό…


Θέλει να μας πει ο Θεός:

…Όταν κατεβάζω τα μάτια Μου στη γη για να αντικρίσω τα παιδιά Μου, με πόνο διαπιστώνω πως είναι λίγα αυτά που Με κοιτούν στα μάτια και Μου λένε, είμαστε εδώ Πατέρα Μου εμείς, και λαχταρούμε ένα σου χάδι, μια πατρική αγκαλιά, ένα φιλί δικό Σου.
Λίγα είναι τα παιδιά, που θέλουν να ενωθούν με Μένα. Που θέλουν να μπουν στην καρδιά Μου και ανοίγουν τη δική τους για να Με κλείσουν και αυτοί στοργικά. Τα υπόλοιπα, ποτέ δεν σηκώνουν το βλέμμα τους ψηλά. Παραδομένοι σε σαρκικές απολαύσεις και αναζητήσεις, τρέχουν να βρουν γήινες χαρές, να περάσουν τον χρόνο τους.
Έχει καταφέρει να τους πείσει ο σατανάς, πως δεν υπάρχω, πως δεν τους έχω ανάγκη και δεν Με έχουν και αυτοί, ή στην καλύτερη περίπτωση, αν αφιερώσουν πέντε λεπτά τη μέρα για να πουν ένα πάτερ ημών, σύντομα και δίχως καν να στείλουν την καρδιά τους στον ουρανό, έχουν κάνει το καθήκον τους προς Εμένα και μπορούν ασυνείδητα και απροκάλυπτα να συνεχίσουν τον τρόπο που ζουν.
…Σημειώστε σε ένα χαρτί τις ώρες που αφιερώνετε στον σατανά, ζώντας όπως σας έχει μάθει. Πόσες ώρες αφιερώνετε στα περιττά σχόλια και κρίσεις, πόσες ώρες σε διαβολικά ακούσματα, πόσο χρόνο σε γαστριμαργίες και βλαβερές ουσίες που κυριεύουν το σώμα και το κάνουν ανίσχυρο και ακυβέρνητο, έρμαιο στα σαρκικά πάθη και πόσες ατελείωτες ώρες μολύνει την ψυχή σας μέσα από τα μάτια σας, που παραδομένα στην τηλεόραση παρατηρούν καθετί βρώμικο και ανήθικο που σας φουσκώνει τον εγωισμό και την φιλοδοξία, προσπαθώντας να σας πείσει πως όλα επιτρέπονται και δεν χρειάζεται να ζεις με φραγμούς αν θέλεις να πετύχεις στην ζωή σου.
Σημειώστε επίσης και τις στιγμές που θα Με σκεφτείτε και θα Μου πείτε ένα λόγο και τι σας παρακινεί να το κάνετε αυτό.
Θα είναι ένα ευχαριστώ για όσα σας χαρίζω; Κι αν το πείτε, θα βγαίνει από την καρδιά σας, ή θα είναι τυπικό;
Θα είναι ένα σ’ αγαπώ; Κι αν το πείτε, θα το νιώθετε, ή θα το πείτε επειδή κάποιος σας έπεισε πως Μου αρέσει να το ακούω;
Θα είναι μια απλή προσευχή για να Μου δείξετε πως Με υπολογίζετε λιγάκι; Κι αυτό από τι; Μήπως από φόβο μην πάθετε κακό, ή χάσετε τελείως την επαφή μαζί Μου, ώστε όταν χρειαστείτε κάτι, να σας ακούσω; Ή θα είναι απλά μια ικεσία για κάτι που πιστεύετε πως οφείλω να σας δώσω σαν πατέρας που Είμαι;
Προσέξτε μην σας πείσει ο σατανάς, πως οι ώρες που αφιερώνετε μιλώντας για Μένα, μου είναι απόλυτα αρεστές. Πολλοί από σας κρύβετε στην καρδιά σας ζήλιες και κρυφό εγωισμό και αυτά εκδηλώνονται με την ζωή σας, κάνοντας τα λόγια σας να μην είναι πιστευτά. Κανείς δεν μπορεί να μιλάει για Μένα, τον Θεό της άπειρης Αγάπης, αν ο ίδιος δεν είναι αγάπη. Μα ακόμη, και η λατρεμένη Μου κόρη Μαριάμ, που είχε πολύ αγάπη και ευσπλαχνία για όλο τον κόσμο και Με γνώριζε καλά, ποτέ δεν μιλούσε για Μένα, παρά μόνο με το παράδειγμά της. Προτιμούσε να μιλάει σε Μένα. Και σεις παιδιά Μου, αν βλέπετε κάποιον να ισχυρίζεται, πως Με γνωρίζει και μιλάει για Μένα, αλλά κρύβει ζήλιες και εγωισμό, όχι απλά μην τον ακούσετε, μα απομακρυνθείτε από κοντά του, γιατί μόνο κακό και στεναχώριες μπορεί να σας φέρει στην καρδιά.
Ψάξτε λοιπόν τον εαυτό σας και σημειώστε τον χρόνο που Μου αφιερώνετε. Εγώ ήδη ξέρω το αποτέλεσμα, αφού το βιώνω καθημερινά. Αυτοί που θα εκπλαγούν θα είσαστε εσείς, όταν συγκρίνετε τις στιγμές που Μου ανήκουν με αυτές που αφιερώνετε ασυναίσθητα στο σατανά.  Τότε θα δείτε πως ζείτε και θα καταλάβετε σε ποιανού την αγκαλιά βρίσκεστε. Αν ζείτε σύμφωνα με το θέλημα Μου, τότε θα έχετε ειρήνη στην καρδιά σας γιατί θα βρίσκεστε μέσα στην αγκαλιά Μου. Αν όμως ζείτε μέσα σε ένα ψέμα, μέσα στην κακία και την ανηθικότητα, τότε θα έχετε άγχος στην καρδιά σας, γιατί θα ζείτε μέσα στην δική του δαιμονική αγκαλιά.
Εσείς αγαπημένα μου παιδιά, θα επιλέξετε αυτόν που θα κερδίσει την ψυχή σας. Σε αυτόν που θα παραδώσετε τις αισθήσεις σας, αυτός και θα σας υποδεχτεί μια μέρα που θα αφήσετε την πρόσκαιρη αυτή ζωή. Αν αυτό που θα διαπιστώσετε σας καθησυχάσει, τότε συνεχίστε να ζείτε όπως ήδη κάνετε. Αν όμως σας προβληματίσει, τότε αλλάξτε συνήθειες. Βρείτε το κουράγιο να επιβληθείτε στον εαυτό σας αλλά και στα παιδιά σας, όπως θα το βρω και Εγώ…





Τι είναι η Νοερά Προσευχή.


«Η νοερά προσευχή είναι να βιάσεις τον εαυτό σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως. Εις την αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού. Να προσέχεις μόνον στα λόγια: -Κύριε Ιησού  Χριστέ, ελέησόν με-. Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγεις. Αν το αφήνεις, στενοχωρείσαι πολύ».
        Με αυτά τα λόγια ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης απαντά σε γράμμα ενός νεαρού ερωτήσαντος περί της ευχής. Κατ’ αρχήν ο άγιος αυτός ασκητής που μέχρι εκείνη την ώρα ενασκούνταν είδη τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια στην νοερά αυτή άθληση, ταυτίζει την νοερά προσευχή με την βία: «Νοερά προσευχή είναι να βιάσεις τον εαυτό σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως». Είναι πράγματι σκληρός, επίπονος και αιματηρός ο αγώνας της αδιάλειπτης προσευχής όταν βρίσκεται κάποιος στο ξεκίνημα, όταν είναι αρχάριος πνευματικά. Η μεγαλύτερη μάχη δίδεται με τη λήθη. Δηλαδή με το να μην ξεχνά κάποιος να λέει την ευχή. Ο μετεωρισμός του νου είναι στην αρχή έντονος, διότι ο νους έχει μάθει να αλητεύει, να τριγυρνά εδώ κι εκεί δίχως κανέναν απολύτως φραγμό. Τώρα που ο νέος αγωνιζόμενος αποφάσισε να φράξει τον νου του δια της αδιαλείπτου προσευχής, τώρα ξαφνικά αντιλαμβάνεται το πόσο δύσκολο είναι να μαζέψει τους λογισμούς του, να τους συνάξει στο κομποσχοίνι του και να αχρηστεύσει την ψυχοφθόρο δράση τους.
        Πρόσεχε λέει στον νέο μόνο στα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τώρα λοιπόν ο Γέρων Ιωσήφ μαζί με την ποσότητα βάζει και την ποιότητα της προσευχής η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προσοχή στα λόγια της ευχής. Εάν ο άνθρωπος πολυχρονίσει σε αυτή την άσκηση, τότε ο νους το συνηθίζει και η ευχή λέγεται πολύ ευκολότερα και αβίαστα. Τότε η βία αντικαθίσταται με την ευχαρίστηση. Κάθε παύση της ευχής στενοχωρεί τον νου ο οποίος αχόρταγα διψασμένος επανέρχεται με ορμή και πάλι προς την συνήθη πλέον ενασχόλησή του. Πολλοί μάλιστα αγωνιστές της νοεράς προσευχής αισθάνονται ενίοτε στο στόμα τους μία γεύση ωσάν από μέλι. Τόσο γλυκό είναι το προφερόμενο όνομα του Ιησού Χριστού.
 Πως μπορεί να καρποφορήσει η προσευχή
    Η ευχή για να καρποφορήσει πρέπει να λέγεται συνεχώς. Αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι αλλιώς δεν μπορεί να τη συνηθίσει και να την χορτάσει ο νους. Ο νους είναι ο τροφοδότης της καρδιάς, η δουλειά του είναι να κατεβάζει στην καρδιά που είναι το κέντρο της πνευματικής και σωματικής δυνάμεως οτιδήποτε καλό ή πονηρό. Άρα το ζητούμενο είναι ο νους να αδειάσει όσο το δυνατόν περισσότερο από εφάμαρτες σκέψεις και να γεμίσει με το ευλογημένο και σωτήριο Όνομα του Χριστού.
    «Όταν ο ευχόμενος κρατάει τον νου του να μην φαντάζεται τίποτα, αλλά να προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του, τον κατεβάζει στην καρδιά και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας και λέγει με ρυθμό την ευχή: -Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!»
    Ναι, υπάρχουν κάποιες τεχνικές για να κατορθώσει ο προσευχόμενος να κατακτήσει γρηγορότερα την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών, δηλαδή την προσευχή, που είναι η μητέρα όλων των αρετών. Ο Γέρων Ιωσήφ μας διδάσκει:
    «Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μίαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίσει να στέκει ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μίαν ευχήν. «Κύριε Ιησού Χριστέ»: εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με»: εβγαίνει. Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάσει και αρχίσει να ενεργεί η χάρις μέσα εις την ψυχήν. Μετά πλέον είναι θεωρία.
    Η αναπνοή που είναι ενέργεια ζωτικής σημασίας για το ανθρώπινο σώμα, τώρα συνδυάζεται με την προσευχή, που και αυτή είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη ψυχή. Καθίσταται συνεπώς η προσευχή μία ψυχοσωματική ενέργεια ακαταπαύστου χρόνου. Και λέμε ακαταπαύστου χρόνου διότι αυτή μπορεί να λέγεται παντού και πάντα. Όρθιος και καθήμενος και στο κρεβάτι και στην εργασία, «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε» όπως λέει και ο απόστολος Παύλος.
    Χρειάζεται όμως αγώνας επίμονος και αιματηρός. Όλα τα παραπάνω λέγονται «πράξις». «Το παν όμως έγκειται στον Θεό. Εάν σου δώσει. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η Χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις». Ο προσευχόμενος δεικνύει την προαίρεσή του στον Θεό και Εκείνος βάζει όλα τα υπόλοιπα.
    Πια είναι τα υπόλοιπα που βάζει ο Θεός; Ο στολισμός της καρδιάς με ευγενή αισθήματα αγάπης, για τον συνάνθρωπο, την χήρα, τα ορφανά, τους γέροντες. Ο Θεός που είναι αγάπη, δεν έχει αγάπη, είναι αυτός ο ίδιος αγάπη, δίνει στον άνθρωπο αγάπη και ο άνθρωπος ως δέκτης αυτής της αγάπης την ανταποδίδει διότι δέχεται και αντανακλά την αγάπη του Θεού. «Τα σα εκ των σων» αποδίδομεν.
    «Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον διά της ευχής, μη βγάλεις πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον, είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών».
Βάζοντας αρχή στην ευχή
                Η ευχή λέγεται παντού και πάντοτε. Μπορεί κάποιος να την πει στο κρεβάτι, περπατώντας, δουλεύοντας κάνοντας οτιδήποτε. «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
         Το ερώτημα έγκειται στο γιατί κάποιος επιθυμεί να λέει συνεχώς της ευχή; Αυτό συμβαίνει, διότι η προσευχή αποτελεί έναν διάλογο με τον Θεό. Ο προσευχόμενος ζητά να βρει διά της προσευχής τον Δημιουργό του. Ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης τονίζει: «Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον διά της ευχής, μη βγάλεις πνοήν χωρίς την ευχήν».[1]
         Ο προσευχόμενος όμως θα πρέπει να προσέξει η προσευχή του να είναι αφάνταστη (δίχως φαντασίες), διότι «το θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον, είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς…»[2]
         Ο γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης που σήμερα ζει στην Αμερική (στην Αριζόνα) σε ένα από τα είκοσι περίπου ορθόδοξα μοναστήρια που ίδρυσε,  συνιστούσε πριν ξεκινήσει κανείς να λέει την ευχή να κάνει μερικούς συλλογισμούς, για το πόσο γλυκύς και αγαθός είναι ο Θεός ο οποίος σταυρώθηκε για μας που είμαστε γεμάτοι πονηριά και μικροψυχία. Τέτοιου είδους συλλογισμοί φέρνουν κατάνυξη και βοηθούν στο να καρποφορήσει η προσευχή που πρόκειται να ακολουθήσει.
         «Λοιπόν αν ημπορέσεις να λέγεις την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δύο-τρεις μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγεις εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβει ο νους, τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσαν να την λέγεις. Και πάλιν, όταν την αφήνει ο νους, αρχίζει η γλώσσα. Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσεις εις την αρχήν. Κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα τα λέγει ο νους χωρίς κόπον».[3]
         Αντιλαμβανόμαστε, ότι ασφαλώς ο τόπος και οι μέριμνες που έχουμε στο συγκεκριμένο τόπο παίζουν σπουδαίο ρόλο στην άσκηση της ευχής. Θορυβώδη μέρη περισπάνε συνήθως τον νου και τον «κλέβουν». Γι’ αυτό ένας αρχάριος θα πρέπει να απομονώνεται αρχικά σε ήσυχα μέρη για να ησυχάζει το μυαλό και να συγκεντρώνεται όσο περισσότερο μπορεί στην εργασία της προσευχής.
         Πριν προχωρήσουμε σε άλλα σπουδαία θέματα που αφορούν την νοερά προσευχή, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, πως σε αυτόν τον αγώνα χρειάζεται απαραιτήτως η καθοδήγηση και η παρακολούθηση από έμπειρο και διακριτικό πνευματικό.
         Εκείνος που θα προσπαθήσει να φτάσει στο τέρμα της προσευχής από μόνος του, δίχως πνευματικό οδηγό,  μοιάζει με κάποιον που προσπαθεί να πιάσει την σκιά του.



Η μετάνοια της Πόρνης


 
«Ένας αδελφός ζούσε σε μοναστήρι της Αιγύπτου και περνούσε τη ζωή του ασκητεύων μετά πάσης ταπεινώσεως. Αυτός ο μοναχός είχε μία αδελφή, η οποία έμενε στην πόλη και ήταν πόρνη. Αυτή γινόταν αφορμή κάθε μέρα πολλοί να χάνουν την ψυχή τους. Πολλές φορές οι γέροντες προέτρεπαν τον αδελφό να μεταβεί στην πόλη για να συναντήσει την αδελφή του. Κάποτε τέλος πάντων τον έπεισαν. Μόλις έφτασε στον τόπο που ζούσε η αμαρτωλή αδελφή του, τον είδε κάποιος ο οποίος έσπευσε τρέχοντας και την πληροφόρησε λέγοντας: -ο αδελφός σου σε αναζητεί κάτω στη θύρα. Η αδελφή αμέσως όταν άκουσε την είδηση, συγκινήθηκε, εγκατέλειψε τους φίλους της αμαρτίας, και έτσι όπως ήταν έτρεξε να συναντήσει τον αδελφό της, χωρίς μάλιστα να προλάβει να ρίξει στην κεφαλή της το κάλυμμα.
Όταν τα δύο αδέλφια συναντήθηκαν, κι ενώ η αδελφή από χαρά, προσπαθούσε να εναγκαλισθεί τον αδελφό της, εκείνος της είπε: -Αδελφή μου γνήσια, λυπήσου την ψυχή σου και σκέψου πως θα υποφέρεις τα πικρά και ατελεύτητα βασανιστήρια της κολάσεως, διότι όχι μόνον εσύ, αλλά και πολλοί εξαιτίας σου, χάνουν την ψυχή τους. Η αμαρτωλή άκουσε με προσοχή τις ειλικρινείς αυτές συστάσεις του αδελφού της, κατατρόμαξε από αυτές και με πραγματική μετάνοια λέγει στον αδελφό της: -Είσαι βέβαιος ότι μπορώ τώρα να σωθώ; -Εάν θέλεις, υπάρχει σωτηρία, απάντησε μετά βεβαιότητος ο καλός αδελφός. Τότε εκείνη, με δάκρυα στα μάτια έπεσε στα πόδια του αδελφού της και τον παρακάλεσε επίμονα να την πάρει μαζί του στην έρημο για να σωθεί. Ο αδελφός συγκινημένος και αυτός από την απροσδόκητη αυτή μεταστροφή της λέγει: -Ρίψε στο κεφάλι σου το κάλυμμα και ακολούθησέ με. Εκείνη όμως είπε στον αδελφό της: -Έλα, έλα να φύγουμε γρήγορα· είναι προτιμότερο για μένα και με συμφέρει περισσότερο ψυχικώς να διαπράξω αυτή την ασχήμια, βαδίζουσα ακάλυπτη στους δρόμους, παρά να εισέλθω εκ νέου στο εργαστήριο της αμαρτίας.
Προχωρούσαν λοιπόν στην έρημο και ο αδελφός την νουθετούσε στοργικά και της υπεδείκνυε τους καρπούς της μετανοίας· εκείνη άκουγε με σιωπηλή προσοχή, ενώ η Θεία Χάρις κατακτούσε σιγά-σιγά την ψυχή της μετανοούσης αμαρτωλής. Σε μια στιγμή της οδοιπορίας βλέπουν από το αντίθετο σημείο, να έρχονται οδοιπόροι προς αυτούς. Τότε ο αδελφός, για να μη σκανδαλίσει τους ανθρώπους αυτούς, λέγει προς την αδελφή του: -Επειδή δε γνωρίζουν όλοι, ότι είσαι αδελφή μου, για να μην τους σκανδαλίσουμε απομακρύνσου λιγάκι από τον δρόμο, για να προσπεράσουν αυτοί που έρχονται.
Η αδελφή μετά προθυμίας απεμακρύνθη. Όταν προσπέρασαν οι διαβάτες, ο αδελφός φώναξε προς την αδελφή: – Έλα, αδελφή, να συνεχίσουμε τον δρόμο μας. Πλην όμως δεν έλαβε καμία απάντηση. Περίεργος τότε κοίταξε προς το μέρος, που υπέθετε, ότι θα βρισκόταν και κατάπληκτος βλέπει, ότι ήταν νεκρή. Παρατηρεί συγχρόνως και τα πόδια της, ότι ήταν καταματωμένα από την πορεία, διότι ήταν ανυπόδητη.
Ο αδελφός ανέφερε το περιστατικό στους γέροντες, εκείνοι συζητώντας επί του θέματος, διαφωνούσαν· άλλοι ισχυρίζονταν ότι σώθηκε, ενώ άλλοι επέμεναν ότι απωλέσθη η ψυχή της.
Τέλος, μετά από προσευχή, ένας εκ των γερόντων, ο οποίος όπως φαίνεται ήταν ο πλέον ενάρετος και διορατικός, δέχθηκε την εξής αποκάλυψη εκ Θεού: -Η αμαρτωλός αυτή εσώθη, διότι μόλις η Θεία Χάρις, διά των νουθεσιών του αδελφού της, συνεκίνησε την καρδία της, μετανόησε και δεν φρόντισε για τίποτα το υλικό· απεναντίας καταφρόνησε και το ίδιο της το σώμα και δεν γόγγυσε για τον κόπο και τις πληγές της οδοιπορίας. Διά τούτο εδέχθη την μετάνοιά της».



ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΠΟΥ ΣΕ ΠΑΝΕ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Τέσσερις είναι οι μορφές της σοφίας: η φρόνηση, δηλαδή η γνώση και εκείνων που πρέπει και εκείνων που δεν πρέπει να κάνομε και η εγρήγορση του νου, η σωφροσύνη, δηλαδή να γίνει ορθό το φρόνημά μας, ώστε να μπορέσομε να κρατήσομε τον εαυτό μας μακριά από κάθε έργο, λογισμό και λόγο που δεν αρέσει στο Θεό.
Η ανδρεία, δηλαδή η δύναμη και η καρτερία στους κατά Θεόν αγώνες και στους πειρασμούς και η δικαιοσύνη, δηλαδή η διανομή που γίνεται με την ισότητα σε όλα αυτά.
Αυτές οι τέσσερις γενικά αρετές γεννιούνται από τις τρεις δυνάμεις της ψυχής. Από το λογισμό, δηλαδή το νου, γεννιούνται δύο, η φρόνηση και η δικαιοσύνη, δηλαδή η διάκριση.
Από το επιθυμητικό γεννιέται η σωφροσύνη, και από το θυμικό, η ανδρεία. Κάθε μία από αυτές βρίσκεται ανάμεσα σε δύο παρά φύση πάθη. Η φρόνηση έχει πάνω της την υπερβολική ιδέα και κάτω την ανοησία. Η σωφροσύνη έχει πάνω την ευήθεια και κάτω την ακολασία. Η ανδρεία έχει πάνω το θράσος και κάτω τη δειλία. Η δικαιοσύνη έχει πάνω την κτήση του λιγότερου και κάτω την πλεονεξία.
Και αυτές οι τέσσερις αρετές είναι εικόνα του επουράνιου στοιχείου, ενώ τα οκτώ πάθη που τις περιβάλλουν, είναι εικόνα του χωμάτινου.
Αυτά όλα τα γνωρίζει ακριβώς ο Θεός, όπως γνωρίζει τα περασμένα, τα παρόντα και τα μέλλοντα, και εν μέρει τα γνωρίζει και εκείνος που έμαθε κατά χάρη τα έργα του Θεού από Αυτόν, και αξιώθηκε να γίνει «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Του». Εκείνος που λέει ότι γνωρίζει ορθά μόνον εξ ακοής ψεύδεται.
Γιατί ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί χωρίς χειραγώγηση να ανεβεί ποτέ στον ουρανό. Ούτε πάλι, αν δεν ανεβεί και δει, μπορεί να πει εκείνο που δεν είδε. Αλλ’ ό,τι ακούει από τη Γραφή, εκείνο μόνο οφείλει να λέει εξ ακοής με ειλικρίνεια και να ομολογεί τον Πατέρα του Λόγου, όπως είπε ο Μέγας Βασίλειος. Αλλιώς θα νομίζει ότι έχει γνώση, και θα είναι χειρότερος από εκείνον που δεν έχει. Γιατί όταν νομίζει κανείς ότι είναι κάτι, δεν μπορεί να γίνει, ό,τι νομίζει πως είναι, λέει ο άγιος Μάξιμος.
Υπάρχει και αξιέπαινη αγνωσία, όπως λέει ο Χρυσόστομος, όπως όταν συνειδητά γνωρίζει κανείς ότι αγνοεί. Και υπάρχει και αγνωσία πέρα από κάθε αγνωσία , όταν δε γνωρίζει κανείς ότι αγνοεί. Υπάρχει και γνώση ψευδώνυμη, όταν νομίζει κανείς ότι γνωρίζει, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε, όπως λέει ο Απόστολος.


Τις δικές μας αμαρτίες πρέπει να προσέχουμε και όχι του πλησίον μας!

Μεγάλη και φοβερή είναι αυτή η εντολή του Χριστού.  Όλοι μας, αρχίζοντας από μένα, συνεχώς κρίνουμε και κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον και γι’ αυτό θα δώσουμε λόγο στη Φοβερά Κρίση του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού. Θα μας κρίνει Αυτός διότι και εμείς κρίνουμε τους άλλους, ψάχνουμε να βρούμε στον πλησίον μας το παραμικρό σφάλμα ενώ τις δικές μας αμαρτίες δεν τις βλέπουμε και ούτε θέλουμε να τις σκεφτόμαστε.

Ο άγιος απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του λέει το εξής: «Διό αναπολόγητος ει, ω άνθρωπε πας ο κρίνων εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις· τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων, οίδαμεν δε ότι το κρίμα του Θεού έστι κατά αλήθειαν επί τους τα τοιαύτα πράσσοντας. Λογίζη δε τούτο, ω άνθρωπε ο κρίνων τους τα τοιαύτα πράσσοντας και ποιών αυτά, ότι συ εκφεύξη το κρίμα του Θεού» (Ρωμ. 2, 1-3).

Μεγάλη αλήθεια βρίσκεται σ’ αυτά τα λόγια του αποστόλου Παύλου. Δεν προσέχουμε τα δικά μας ελαττώματα και τις αμαρτίες, ενώ στους άλλους βρίσκουμε πολλά σφάλματα. Ψάχνουμε να τα βρούμε και όταν τα βρίσκουμε, πάμε και τα διαλαλούμε σε όλον τον κόσμο. Έγινε πλέον κακή συνήθεια, μόλις μαθαίνουμε κάτι για τον πλησίον μας, να πηγαίνουμε και να το διαλαλούμε παντού. Η γλώσσα μας καίει και σπεύδουμε να πούμε στους άλλους αυτό που είδαμε και ακούσαμε.
Ξεχνάμε ότι αν εμείς κρίνουμε τους άλλους θα μας κρίνει και εμάς ο Θεός. Ξεχνάμε ότι δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κρίνουμε τον πλησίον διότι αυτό δεν είναι δική μας υπόθεση αλλά του Θεού, ο οποίος είναι Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος μόνος γνωρίζει την καρδιά του ανθρώπου και μπορεί να αποδώσει δικαία κρίση. Εμείς όμως κατακρίνουμε τον πλησίον και πολλές φορές με πολύ βαριά λόγια. Δεν σκεφτόμαστε ότι ο αδελφός μας μπορεί να μετανόησε ήδη και να του αφέθηκε η αμαρτία του, επειδή μετανόησε βαθιά.
«Ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος, ος και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος γενήσεται εκάστω από του Θεού» (Α’ Κορ. 4, 5). Εμείς, όμως, πάντοτε βιαζόμαστε να κρίνουμε τους άλλους και δεν περιμένουμε την κρίση του Χριστού. Είμαστε κριτές του πλησίον και όχι του εαυτού μας.
Ένας σοφός του Ισραήλ, ο υιός του Σειράχ είπε: «ακήκοας λόγον; συναποθανέτω σου θάρσει, ου μη σε ρήξει» (Σειρ. 19, 10). Πολύ σπουδαία είναι αυτά τα λόγια του. Εμείς ξεχνάμε ποτέ τα σφάλματα του αδελφού μας; Πεθαίνει μαζί μας ο κακός λόγος; Όχι, ποτέ. Εμείς τον διαδίδουμε και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόμαστε σαν τις μύγες οι οποίες κυκλοφορούν παντού και παντού μεταδίδουν την μόλυνση. Πρέπει να είμαστε όχι σαν τις μύγες αλλά σαν τις μέλισσες οι οποίες πετάνε από το ένα λουλούδι στο άλλο μαζεύοντας το μέλι. Και εμείς πρέπει να μαζεύουμε το μέλι δίνοντας σημασία μόνο στο καλό που υπάρχει στον αδελφό μας.
Γι’ αυτούς που κακολογούν και κατακρίνουν τον αδελφό τους ο ψαλμωδός και προφήτης Δαβίδ είπε: «τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών» (Ψαλ. 5, 10). Ανοίξτε έναν τάφο και θα δείτε τι ακαθαρσίες υπάρχουν μέσα του και τι δυσοσμία. Η ίδια δυσοσμία, πνευματική δυσοσμία, βγαίνει από το στόμα μας όταν κατακρίνουμε τον πλησίον. Στον ίδιο ψαλμό που διαβάζεται στην πρώτη Ώρα ο προφήτης λέει: «απολείς πάντας τους λαλούντας το ψευδός» (Ψαλ. 5, 7). Εμείς όμως διώχνουμε αυτούς που κακολογούν μπροστά μας τον πλησίον; Όχι, δεν τους διώχνουμε αν και έπρεπε να το κάνουμε.
 


Αυτό που πρέπει εμείς να κάνουμε είναι να δαμάσουμε τη γλώσσα μας. Όλοι είμαστε ένοχοι ενώπιον του Θεού και όλοι έχουμε πολλές αμαρτίες. Τις δικές μας αμαρτίες πρέπει να προσέχουμε και όχι του πλησίον μας. Είπε ο ψαλμωδός: «ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων» (Ψαλ. 142, 3). Κανείς δεν είναι δίκαιος ενώπιον του Θεού, όλοι είμαστε ένοχοι. Αυτοί που κατακρίνουν τους άλλους, πολλές φορές, γίνονται και συκοφάντες επειδή τους κατηγορούν για κάτι αβάσιμο.


 

Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, για να διδάξει αυτούς, που τους άρεσε να κατακρίνουν τους άλλους, διηγήθηκε μια φορά την εξής ιστορία. Σε μία πολύ μεγάλη πόλη, στην Τύρο, ζούσε κάποτε ένας μοναχός, ζούσε εκεί και μία πόρνη ονόματι Πορφυρία. Μια μέρα όταν ο μοναχός αυτός περπατούσε στο δρόμο τον πλησίασε η Πορφυρία και του είπε: «πάτερ άγιε, σώσε με όπως και ο Χριστός έσωσε κάποτε μία πόρνη». Ο άγιος εκείνος μοναχός την πήρε από το χέρι και την πήγε έξω από την πόλη. Την οδήγησε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι για να καθαρθεί εκεί η ψυχή της με τα δάκρυα της μετανοίας. Στο δρόμο βρήκαν ένα μωρό που οι γονείς του το είχαν αφήσει και η Πορφυρία το πήρε για να το μεγαλώσει.

 


Όταν αυτό έγινε γνωστό μερικοί άνθρωποι που τους άρεσε πολύ να κατακρίνουν τον πλησίον τους άρχισαν να κακολογούν την Πορφυρία, λέγοντάς της: «Μπράβο, Πορφυρία, ωραίο παιδάκι κάνατε με τον μοναχό». Και τον μοναχό τον περιφρονούσαν και τον κακολογούσαν. Ο μοναχός όμως προσευχόταν αδιαλείπτως και για την Πορφυρία και για τον εαυτό του. Ήρθε η ώρα του να πάει σε άλλο κόσμο και όταν βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη παρακάλεσε να του φέρουν ένα θυμιατό με αναμμένα κάρβουνα. Πήρε τα κάρβουνα και τα έβαλε πάνω στο στήθος του. Η φωτιά δεν άγγιξε ούτε το σώμα του αλλά ούτε ακόμα και τα ρούχα. Τότε είπε ο μοναχός: «Να ξέρετε εσείς που κατακρίνατε την Πορφυρία και εμένα ότι είμαι αθώος. Η σαρκική αμαρτία δεν με έχει αγγίξει όπως δεν με άγγιξε τώρα η φωτιά αυτή».
Δεν αρκεί αυτό το παράδειγμα σ’ εκείνους που τους αρέσει να κατακρίνουν τους άλλους. Δε σταματάνε τις κακολογίες τους. Αλλοίμονό τους, όπως κρίνουν αυτοί τον πλησίον τους έτσι θα κριθούν από τον Θεό. Ο δικός μας μεγάλος άγιος, ο άγιος Δημήτριος, μητροπολίτης Ροστόβ, λέει το εξής, όταν αναφέρεται στην κατάκριση: «Μη κοιτάς τις αμαρτίες των άλλων αλλά πρόσεχε τη δική σου κακία. Διότι δεν θα δώσεις λόγο για τους άλλους αλλά μόνο για τον εαυτό σου. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσέχεις τους άλλους, πως ζει ο καθένας και ποιές αμαρτίες κάνει. Εσύ πρόσεχε τον εαυτό σου, Ευαρεστείς τον Θεό; Μοιάζει η ζωή σου με την ζωή των αγίων; Ακολουθείς και εσύ την οδό που ακολούθησαν αυτοί στη ζωή τους; Είναι ευχάριστο μπροστά στον Θεό το έργο σου; Ο άνθρωπος που κατακρίνει τους άλλους μοιάζει με έναν πονηρό καθρέφτη, ο οποίος ενώ αντανακλά τους άλλους, τον εαυτό του δεν τον βλέπει. Μοιάζει επίσης και με ένα ακάθαρτο λουτρό το οποίο τους άλλους τους πλένει ενώ το ίδιο μένει άπλυτο.
Το ίδιο και αυτός που κρίνει τους άλλους. Βλέπει τι τρώει, τι πίνει και ποιές αμαρτίες κάνει ο καθένας, τον εαυτό του όμως δεν τον βλέπει. Στον πλησίον του βλέπει ακόμα και την παραμικρή αμαρτία. Η δική του όμως η αμαρτία, όσο μεγάλη και να είναι, γι’ αυτόν είναι σαν να μην υπάρχει. Θέλει να μην ξέρει κανείς την αμαρτία του και να μην λέει τίποτα γι’ αυτή. Ενώ ο ίδιος τους άλλους τους συκοφαντεί, τους κρίνει και τους κατακρίνει». Δεν είναι δική μας η εικόνα που δίνει ο άγιος Δημήτριος; Ασφαλώς για μας μιλάει εδώ ο άγιος και ιδιαίτερα γι’ αυτούς που η κατάκριση και η συκοφαντία έγινε πλέον η ζωή τους και που βρίσκονται πολύ μακριά απ’ αυτό που λέει ο Ιησούς. Είναι οι άνθρωποι που θέλουν να βγάλουν το σκουπιδάκι από το μάτι του αδελφού τους ενώ οι ίδιοι έχουν στο δικό τους το μάτι ολόκληρο δοκάρι. Να μην τους μοιάζουμε. Να προσέχουμε τον εαυτό μας και να ζητάμε τη βοήθεια του Θεού σ’ αυτό τον δύσκολο αγώνα κατά του πάθους της κατακρίσεως. Να μην κρίνουμε για να μην κριθούμε και εμείς από τον Έναν Μοναδικό και Αιώνιο Κριτή, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, του οποίου η τιμή και το κράτος μετά του Ανάρχου Αυτού Πατρός και του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος. Αμήν.